Para o mestre de música. De acordo com a melodia "A corça da manhã". Salmo de Davi.
1 Meu Deus! Meu Deus!
Por que me abandonaste?
Por que estás tão longe de salvar-me,
tão longe dos meus gritos de angústia?
2 Meu Deus! Eu clamo de dia, mas não respondes;
de noite, e não recebo alívio!
3 Tu, porém, és santo,22.3 Ou o Santo.
entronizado entre os louvores de Israel.
4 Em ti confiaram os nossos antepassados;
sim, eles confiaram, e tu os livraste.
5 Clamaram a ti, e foram libertos;
em ti confiaram e não se decepcionaram.
6 Mas eu sou verme, não homem;
motivo de zombaria e objeto de desprezo do povo.
7 Caçoam de mim todos os que me veem;
lançam insultos e balançam a cabeça, dizendo:
8 "Recorra ao Senhor!
Que o Senhor o liberte!
Que ele o livre, já que lhe quer bem!".
9 Contudo, tu mesmo me tiraste do ventre;
deste-me segurança aos seios da minha mãe.
10 Desde que nasci fui entregue a ti;
desde o ventre materno és o meu Deus.
11 Não fiques distante de mim,
pois a angústia está perto
e não há ninguém que me socorra.
12 Muitos touros me cercam;
sim, rodeiam-me os poderosos touros de Basã.
13 Como leão voraz que ruge,
eles escancaram a boca contra mim.
14 Como água me derramei,
e todos os meus ossos estão desconjuntados.
O meu coração se tornou como cera;
derreteu-se no meu íntimo.
15 O meu vigor secou-se como um caco de barro,
e a minha língua gruda no céu da boca;
deixaste-me no pó, à beira da morte.
16 Cães me rodearam!
Um bando de homens maus me cercou!
Perfuraram22.16 Conforme os manuscritos do mar Morto, alguns do Texto Massorético, a Septuaginta e a Versão Siríaca; a maioria dos manuscritos do Texto Massorético traz me cercou! / Como um leão, rodearam. as minhas mãos e os meus pés.
17 Posso contar todos os meus ossos,
mas eles me encaram com desprezo.
18 Dividiram as minhas roupas entre si
e lançaram sortes pelas minhas vestes.
19 Tu, porém, Senhor, não fiques distante!
Ó minha força, vem logo em meu socorro!
20 Livra-me da espada,
livra a minha vida do ataque dos cães.
21 Salva-me da boca dos leões
e resgata-me dos chifres dos bois selvagens.
22 Proclamarei o teu nome aos meus irmãos;
no meio da assembleia te louvarei.
23 Louvem-no, vocês que temem ao Senhor!
Glorifiquem-no, todos vocês, descendentes de Jacó!
Tremam diante dele, todos vocês, descendentes de Israel!
24 Pois ele não menosprezou
nem repudiou o sofrimento do aflito;
não escondeu dele o rosto,
mas ouviu o seu grito de socorro.
25 De ti vem o meu louvor na grande assembleia;
na presença dos que te temem cumprirei os meus votos.
26 Os pobres comerão até ficarem satisfeitos;
aqueles que buscam o Senhor o louvarão!
Que o coração de vocês viva para sempre!
27 Todos os confins da terra
se lembrarão e se voltarão para o Senhor,
e todas as famílias das nações
se prostrarão diante dele,
28 pois do Senhor é o reino;
ele governa as nações.
29 Todos os ricos da terra se banquetearão e o adorarão;
todos os que descem ao pó se prostrarão diante dele,
até mesmo aqueles cuja vida se esvai.
30 A posteridade servirá a ele;
gerações futuras ouvirão falar do Senhor.
31 Virão e proclamarão os seus feitos de justiça;
a um povo que ainda não nasceu contarão o que ele fez.
Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;
1 Στον πρωτοψάλτη· όπως «το ελάφι της αυγής». Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Θεέ μου, Θεέ μου,
γιατί με εγκατέλειψες;
γιατί στέκεις μακριά και δε με σώζεις;
γιατί τα λόγια της κραυγής μου δεν ακούς;
3 Θεέ μου,
σου κράζω όλη τη μέρα, μα εσύ δεν αποκρίνεσαι·
φωνάζω και τη νύχτα, μα να ησυχάσω δεν μπορώ.
4 Αλλά εσύ ’σαι ο Άγιος κι είσαι πάντα εκείνος
που ο Ισραήλ δοξολογεί.
5 Σ’ εσένα ελπίσανε οι πρόγονοί μας·
ελπίσαν και τους ελευθέρωσες.
6 Σ’ εσένα φώναξαν με δύναμη και σώθηκαν·
σ’ εσένα ελπίσανε και δεν ντροπιάστηκαν.
7 Αλλά εγώ είμαι σκουλήκι κι όχι άνθρωπος·
ανθρώπου παρωδία και λαού απόδιωγμα.
8 Με ειρωνεύεται καθένας που με βλέπει·
ζαρώνουνε τα χείλη τους,
κουνάνε το κεφάλι:
9 «Κατέφυγε στον Κύριο», λένε, «ας τον σώσει·
ας τον λυτρώσει,
αφού τον αγαπάει».
10 Εσύ με πήρες απ’ τη μήτρα·
και μ’ εμπιστεύτηκες στης μάνας μου τα στήθια.
11 Είμαι κοντά σου από τη γέννησή μου·
απ’ την κοιλιά της μάνας μου
εσύ ’σαι ο Θεός μου.
12 Μη φεύγεις από μένα!
Η θλίψη έρχεται·
και δεν υπάρχει βοηθός.
13 Με βάλανε στη μέση δυνατοί πολλοί,
της Βασάν οι ταύροι με κυκλώσαν.
14 Δείχνονται απειλητικοί εναντίον μου
σαν το λιοντάρι που ξεσκίζει και βρυχιέται.
15 Σαν το νερό παρέλυσα,
τσακίστηκαν όλα τα κόκαλά μου.
Μέσα μου έγιν’ η καρδιά σαν το κερί που λιώνει.
16 Σαν κεραμίδι ο λάρυγγάς μουο λάρυγγάς μου. Πιθανό κείμενο. Το εβρ. έχει: «η δύναμή μου». στέγνωσε,
κι η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο·
με έριξες στο χώμα να πεθάνω.
17 Σκύλοι με κύκλωσαν,
κακοποιών φατρία μ’ έβαλε στη μέση·
ξεσκίσανε τα χέρια και τα πόδια μου.
18 Μπορούν να μετρηθούν όλα τα κόκαλά μου·
κι εκείνοι με κοιτάζουνε.
19 Τα ρούχα μου μοιράζουν μεταξύ τους
και ρίχνουν κλήρο για τη φορεσιά μου.
20 Εσύ όμως, Κύριε, μη μένεις μακριά μου·
έλα γοργά να με βοηθήσεις, δύναμή μου!
21 Λύτρωσε τη ζωή μου απ’ το σπαθί,
από την εξουσία του σκύλου
την πολύτιμη ψυχή μου.
22 Βγάλε με απ’ του λιονταριού το στόμα·
σώσε με απ’ του αγριοβούβαλου τα κέρατα.
Κύριε, μου ’χεις κιόλας αποκριθεί!
23 Θα εξιστορώ στ’ αδέρφια μου την ύπαρξή σου·
μέσα σ’ όλη τη σύναξη θα σ’ εξυμνώ.
24 Όσοι τον Κύριο σέβεστε υμνήστε τον!
Όλοι οι απόγονοι του Ιακώβ, δοξάστε τον!
Όλοι οι Ισραηλίτες, φοβηθείτε τον!
25 Κανένα δεν περιφρόνησε φτωχό
ούτε για τη θλίψη του αδιαφόρησε·
δεν έκρυψε απ’ αυτόν το πρόσωπό του
μα στην κραυγή του για βοήθεια ανταποκρίθηκε.
26 Ο έπαινός μου από σένα αρχίζει, Κύριε, σε σύναξη μεγάλη·
τα τάματά μου θα τα εκπληρώσω
μπροστά σ’ αυτούς που σε φοβούνται.
27 Θα φάνε οι φτωχοί και θα χορτάσουν·
όσοι ζητούν τον Κύριο θα τον δοξάσουν·
οι καρδιές τους θα ζήσουν αιώνια.
28 Θα θυμηθούν και θα γυρίσουνε στον Κύριο όλα τα πέρατα της γης·
και θα τον προσκυνήσουν οι οικογένειες όλες των λαών.
29 Γιατί στον Κύριο η απόλυτη εξουσία ανήκει
κι αυτός στα έθνη κυριαρχεί.
30 Μονάχα αυτόν θα προσκυνήσουνΜονάχα... προσκυνήσουν. Το εβρ. έχει «έφαγαν και θα προσκυνήσουν».
οι καλοζωισμένοι όλοι της γης·
κάθε θνητός της γης θα υποκλιθεί μπροστά του·
θα ζήσει κι η ψυχή μου χάρη σ’ αυτόν.
31 Οι επερχόμενες γενιές θα τον λατρεύουν·
θα μιλάνε για τον Κύριο στη γενιά που ’ρχεται,
32 θα διαλαλούνε τη δικαιοσύνη του·
σ’ αυτούς που πρόκειται να γεννηθούν,
τα όσα έκανε θα πουν.