Para o mestre de música. Para Jedutum. Salmo de Asafe.
1 A Deus elevo a minha voz e suplico;
a Deus elevo a minha voz para que ele me escute.
2 Quando estou angustiado, busco o Senhor;
de noite estendo as mãos sem cessar;
a minha alma está inconsolável!
3 Lembro-me de ti, ó Deus, e começo a gemer;
começo a meditar, e o meu espírito desfalece. Pausa
4 Não me permites fechar os olhos;
tão inquieto estou que não consigo falar.
5 Penso nos dias que se foram,
nos anos que há muito se passaram.
6 De noite recordo as minhas canções;
o meu coração medita, e o meu espírito pergunta:
7 "Irá o Senhor rejeitar-nos para sempre?
Jamais tornará a mostrar-nos o seu favor?
8 Desapareceu para sempre o seu amor leal?
Acabou-se a sua promessa por todas as gerações?
9 Esqueceu-se Deus de ser misericordioso?
Na sua ira refreou a sua compaixão?". Pausa
10 Então, pensei: "A razão da minha dor
é que a mão direita do Altíssimo não age mais".
11 Recordarei os feitos do Senhor;
recordarei os teus antigos milagres.
12 Meditarei em todas as tuas obras
e considerarei todos os teus feitos.
13 Os teus caminhos, ó Deus, são santos.
Que deus é tão grande como o nosso Deus?
14 Tu és o Deus que realiza milagres;
mostras o teu poder entre os povos.
15 Com o teu braço forte resgataste o teu povo,
os descendentes de Jacó e de José. Pausa
16 As águas te viram, ó Deus,
as águas te viram e se contorceram;
até os abismos estremeceram.
17 As nuvens despejaram chuvas,
ressoou nos céus o trovão
e as tuas flechas reluziam em todas as direções.
18 No redemoinho, estrondou o teu trovão,
e os teus relâmpagos iluminaram o mundo;
a terra tremeu e sacudiu-se.
19 A tua vereda passou pelo mar;
o teu caminho, pelas águas poderosas,
e ninguém viu as tuas pegadas.
20 Guiaste o teu povo como a um rebanho
pela mão de Moisés e de Arão.
Μέσα στη θλίψη αναθυμάμαι τα θαυμαστά σου έργα
1 Για τον πρωτοψάλτη· όπως ο Ιεδουθούν.Ιεδουθούν. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 39:1. Ψαλμός του Ασάφ.
2 Φωνάζω στο Θεό και κράζω·
φωνάζω στο Θεό και θα μ’ ακούσει.
3 Στης θλίψης μου τη μέρα ζήτησα τον Κύριο·
τη νύχτα ήταν τα χέρια μου απλωμένα
και δεν κουράστηκαν·
αρνήθηκε η ψυχή μου να παρηγορηθεί.
4 Θυμάμαι το Θεό κι αναστενάζω·
σκέφτομαι και λιγοψυχώ.
(Διάψαλμα)
5 Κράτησες άγρυπνα των ματιών μου τα βλέφαρα·
αναστατώθηκα και να μιλήσω δεν μπορώ.
6 Μέρες στοχάστηκα παλιές,
αιώνες, χρόνια·
7 θυμήθηκα και συλλογίστηκα,
μέσα στη νύχτα αναρωτιόμουν
και σκεφτόμουνα:
8 Αιώνια θα μας απορρίπτει ο Κύριος;
δε θα μας είναι πια ευνοϊκός;
9 Σταμάτησε για πάντα η αγάπη του
ή έληξε η επαγγελία του για όλες τις γενιές;
10 Λησμόνησε τους οικτιρμούς του ο Θεός;
Απάνω στην οργή του
μήπως τα σπλάχνα του έκλεισε;
(Διάψαλμα)
11 Κι είπα: «Αυτό είναι το πλήγμα μου:
πως άλλαξε η εύνοια του Υψίστου».
12 Αναπολώ τ’ αξιοθαύμαστά σου έργα, Κύριε,
αναθυμάμαι από παλιά τα θαύματά σου.
13 Στοχάζομαι όλα τα έργα σου·
και μελετώ τ’ ανδραγαθήματά σου.
14 Θεέ,
άγια είναι η κάθε σου ενέργεια·
ποιος Θεός είναι μέγας σαν το Θεό μας;
15 Εσύ ’σαι ο Θεός που κάνεις θαύματα·
γνώρισαν οι λαοί τη δύναμή σου.
16 Με την ισχύ σου το λαό σου λύτρωσες·
τους απογόνους του Ιακώβ και του Ιωσήφ.
(Διάψαλμα)
17 Σε είδαν τα νερά, Θεέ,
τα νερά σε είδαν και φοβήθηκαν
κι οι άβυσσοι ταράχτηκαν.
18 Κατακλυσμός νερών απ’ τα πυκνά τα σύννεφα,
βροντή έδωσαν τα νέφη
κι οι αστραπές σου σκόρπισαν παντού.
19 Η φωνή της βροντής σου
μες στον ανεμοστρόβιλο·
φώτισαν οι αστραπές την οικουμένη,
κλονίζεται και τρέμει η γη.
20 Μέσ’ απ’ τη θάλασσα είναι ο δρόμος σου,
τα μονοπάτια σου στην πλημμύρα·
αλλά τα ίχνη σου δε φάνηκαν.
21 Οδήγησες καθώς κοπάδι το λαό σου
με του Μωυσή το χέρι και του Ααρών.